Ο εκφοβισμός και η βία  μεταξύ των μαθητών είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα. Σαν φαινόμενο πάντα υπήρχε αλλά την σημερινή εποχή είναι πλέον πιο εύκολα αναγνωρίσιμο. Είναι ένας βασικός παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση ψυχικών διαταραχών στα παιδιά και τους εφήβους.

Ο ορισμός του σχολικού εκφοβισμού περιλαμβάνει τα εξής  βασικά χαρακτηριστικά:

  • σωματική, λεκτική ή και ψυχολογική επίθεση ή εκφοβισμός, που σαν στόχο έχει να προκαλέσει τον φόβο, την αγωνία ή την βλάβη του θύματος.
  • ανισορροπία δύναμης (ψυχολογική ή και  σωματική), με ένα πιο ισχυρό παιδί (ή παιδιά) που επιτίθεται σε ένα λιγότερο ισχυρό που δεν μπορεί να υπερασπισθεί τον εαυτό του.
  • επανειλημμένα περιστατικά μεταξύ των ίδιων παιδιών για μια παρατεταμένη περίοδο.

Ο εκφοβισμός είναι ένας τύπος επιθετικής συμπεριφοράς, ωστόσο, δεν πρέπει να εξομοιώνεται με την  επιθετικότητα ή την  βία. Η επιθετική ή η βίαιη συμπεριφορά δεν είναι  πάντα  εκφοβισμός και ο εκφοβισμός δεν  περιλαμβάνει πάντα επιθετικότητα ή βία.

Μπορεί να συμβεί στο σχολείο, στο δρόμο προς αυτό ή κατά την αποχώρηση. Δεν είναι εκφοβισμός όταν δύο άτομα της ίδιας δύναμης (σωματικής, ψυχολογικής, λεκτικής ) επιτίθενται ο ένας στον άλλο. Εμφανίζεται σε όλες τις τάξεις από το δημοτικό έως το λύκειο. Τα αγόρια εμπλέκονται περισσότερο σε περιστατικά σωματικής βίας σε σύγκριση με τα κορίτσια, τα οποία φαίνεται να εμπλέκονται πιο συχνά σε περιστατικά λεκτικής βίας

Ο εκφοβισμός μπορεί να είναι:

  • σωματικός εκφοβισμός που εκδηλώνεται με σπρωξίματα, σκουντήματα, αγκωνιές, γροθιές και κλοτσιές, τρικλοποδιές, χτυπήματα με αντικείμενα, τσιμπήματα και δαγκωνιές. Αποτελεί την συχνότερη μορφή , και πιο εύκολα αναγνωρίσιμη.
  • λεκτικός εκφοβισμός. Περιλαμβάνει τη συστηματική χρησιμοποίηση υβριστικών εκφράσεων, προσβολών και απειλών, ή το χρωματισμό ουδέτερων λέξεων με τρόπο που αυτές μετατρέπονται σε ύβρεις, και χρησιμοποιεί σταθερά ένα άτομο ως στόχο πειραγμάτων, κάνοντάς τον αντικείμενο χλεύης.
  • εκφοβισμός με εκβιασμό που περιλαμβάνει την εκούσια απόσπαση προσωπικών αντικειμένων, η οποία συνοδεύεται από απειλές, ή και τον εξαναγκασμό σε αντικοινωνικές πράξεις.
  • έμμεσος ή κοινωνικός εκφοβισμός. Ενδεικτικές συμπεριφορές είναι να:

(α) προσπαθεί να απομονώσει κοινωνικά κάποιο άτομο ή να το αγνοεί,

(β) επιχειρεί να πείσει τα υπόλοιπα μέλη της μαθητικής κοινότητας να αισθανθούν αντιπάθεια για κάποιο συγκεκριμένο συμμαθητή τους,  

(γ) διαδίδει κακόβουλες φήμες και ψεύδη.  

  • ηλεκτρονικός εκφοβισμός που αποτελεί την πιο σύγχρονη μορφή. Παίρνει εύκολα και γρήγορα διαστάσεις και εκτός σχολικού πλαισίου. Περιλαμβάνει την αποστολή απειλητικού ή υβριστικού υλικού μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, υπηρεσιών που παρέχουν τα κινητά τηλέφωνα, όπως τα MMS και SMS, και υπηρεσιών ταχυδρομείου διαδικτυακών τόπων κοινωνικής δικτύωσης, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Facebook.
  • ρατσιστικός εκφοβισμός στοχεύει στο στιγματισμό της διαφορετικότητας. Περιλαμβάνει, αλλά δεν εξαντλείται, στη διάδοση αρνητικών σχολίων εξαιτίας της καταγωγής, της κοινωνικής τάξης ή της οικονομικής κατάστασης κάποιου μαθητή. Παιδιά που έχουν χρόνια νοσήματα ή κάποια σωματική αναπηρία, παιδιά παχύσαρκα ή και παιδιά απλώς «διαφορετικά», έχουν αυξημένο κίνδυνο θυματοποίησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ρατσιστικής συμπεριφοράς που παρατηρείται συχνά στις μέρες μας είναι ο εκφοβισμός παιδιών, εντός και εκτός σχολείου, που αποτελούν μέλη εθνικών μειονοτήτων.
  • σεξουαλικός εκφοβισμός εκδηλώνεται με ποικίλες συμπεριφορές, όπως υβριστικά σχόλια, σκίτσα και γκράφιτι με σεξουαλικό περιεχόμενο, ανήθικες χειρονομίες, ανεπιθύμητο άγγιγμα, μέχρι και σοβαρές σεξουαλικές επιθέσεις. Ο σεξουαλικός εκφοβισμός σχετίζεται άμεσα με το σωματικό, το λεκτικό και τον ηλεκτρονικό εκφοβισμό, καθώς μπορεί να εκδηλωθεί τόσο με το ανεπιθύμητο άγγιγμα, όσο και με τη χρήση λεξιλογίου που περιλαμβάνει σεξουαλικούς υπαινιγμούς ή και με την αποστολή μηνυμάτων ή γραμμάτων σεξουαλικού περιεχομένου. Επίσης, μπορεί να συνδέεται και με τον κοινωνικό εκφοβισμό, μιας που πολλές φορές τα θύματα μπαίνουν ξανά σε αυτή τη δυσμενή θέση, μέσω της διάδοσης φημών για το άτομό τους, πράγμα που έχει στόχο την δημιουργία «συνομωσίας σιωπής» - δηλ. να μην καταγγείλει το θύμα αυτό που του έχει συμβεί.

Ο εκφοβισμός είναι κυρίως  ομαδικό φαινόμενο. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι  παρατηρητές. Μπορεί να είναι είτε μαθητές είτε ενήλικες. Ανάλογα με τον τρόπο που θα αντιδράσουν, ενισχύεται ή αποδυναμώνεται η δράση του παιδιού που εκφοβίζει. Ακόμα και αν δεν συμμετέχουν ενεργά σε περιστατικά εκφοβισμού, οι παρατηρητές μπορεί να ενθαρρύνουν το παιδί που εκφοβίζει ή και με την παθητική τους στάση να δίνουν το μήνυμα ότι αυτό που συμβαίνει είναι αποδεκτό. Η υιοθέτηση παθητικής στάσης από τους παρατηρητές τόσο τους μαθητές όσο και σε ενήλικες σε πολλές περιπτώσεις ανατροφοδοτεί και διαιωνίζει το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο.

Τα παιδιά που υφίστανται εκφοβισμό, απουσιάζουν συχνά από το σχολείο ή αρνούνται να συνεχίσουν να φοιτούν κανονικά λόγω του φόβου. Μειώνονται οι σχολικές τους επιδόσεις και πολλές φορές εκδηλώνουν συμπτώματα, που μοιάζουν με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Έχουν αυξημένες πιθανότητες να εκδηλώσουν κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές και διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Σημαντικές όμως ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις σημειώνονται και στα παιδιά που εκφοβίζουν, είτε ως εκφοβιστές, είτε ως εκφοβιστές - εκφοβιζόμενοι. Η εκφοβιστική συμπεριφορά είναι στιγματιστική, και συνδέεται τόσο με την εμφάνιση ψυχικών διαταραχών όπως η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας στην ενήλικη ζωή, όσο και με μια σειρά από παράγοντες κινδύνου, όπως η πρόωρη διακοπή της σχολικής φοίτησης, η φυγή από το σπίτι και η παραβατική συμπεριφορά στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή. Αρκετοί ενήλικες που έχουν προβλήματα με το νόμο, έχουν ιστορικό ως εκφοβιστές/εκφοβιζόμενοι στην παιδική και εφηβική ηλικία.

Είτε θύτης είτε θύμα τα παιδιά τραυματίζονται ψυχικά. Όχι από αυτό που έχει ήδη συμβεί, αλλά από όσα είναι πιθανόν να συμβούν στη συνέχεια, επειδή έχουν βρεθεί σε μια θέση θύματος ή θύτη από την οποία είναι δύσκολο να ξεφύγουν και άρα γίνεται «στοιχείο ταυτότητας».

Στην εκδήλωση περιστατικών εκφοβισμού, ρόλο παίζουν:

(α) τα ατομικά χαρακτηριστικά - η ιδιοσυγκρασία των παιδιών που εμπλέκονται.

(β) οι οικογενειακοί παράγοντες, όπως πολύ αυστηρές ή ελαστικές μέθοδοι ανατροφής, πρότυπα επιθετικής συμπεριφοράς, βία ανάμεσα στους γονείς ή από τους γονείς προς τα παιδιά, ανασφαλής δεσμός παιδιού με γονείς

(γ) το σχολικό περιβάλλον, συνήθως η ανεπαρκής εποπτεία, οι ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού, η ένδεια ερεθισμάτων, η υπερβολική χρήση της τιμωρίας και της αποβολής ως μέσου πειθαρχίας, η ανεπαρκής ή μη συστηματική επιβράβευση κοινωνικά θετικών συμπεριφορών

(δ) οι παρέες και οι ομάδες των συνομηλίκων,  μπορούν να συμβάλλουν αρνητικά εάν υπάρχει:

-η ταύτιση και μίμηση επιθετικών συμπεριφορών,

-η παρουσία κανόνων ένταξης στην ομάδα που συνδέονται με εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών και

-η ικανότητα ενός παιδιού να στρέψει τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας εναντίον κάποιου άλλου παιδιού ή κάποιας άλλης ομάδας.

(ε) οι θετικές στάσεις προς τη βία και την επιθετικότητα έχουν και μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης επιθετικών συμπεριφορών,

(στ) λανθασμένες κοινωνικές πεποιθήσεις και στάσεις για την ενδοσχολική βία και τον εκφοβισμό ενισχύουν και αναπαράγουν τον κύκλο της βίας στο πλαίσιο του σχολείου. Με αυτές εννοούμε την παρερμηνεία του εκφοβισμού ως διεκδικητικότητας, «τρόπου διαμόρφωσης χαρακτήρα και γενναιότητας», ως «αναπτυξιακού φαινομένου που πάντα συνέβαινε» κ.λπ.

(ζ) Ο τρόπος προβολής της βίας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επίσης έχει μια διαμορφωτική ισχύ απέναντι στην ενδοσχολική βία. Ένα επιθετικό ταπεραμέντο ενός παιδιού μπορεί εύκολα να επηρεαστεί, όταν το παιδί εκτίθεται στη βία, ειδικά από κάποιο άτομο που λειτουργεί ως «μοντέλο», ως παράδειγμα.

(η) τα κοινωνικά προβλήματα όπως η οικονομική κρίση, η αυξημένη ανεργία, ο κοινωνικός ρατσισμός, η αποξένωση - στο άμεσο και ευρύτερο περιβάλλον τους, είναι πιθανό σε κάποιες περιπτώσεις τα παιδιά να εκφράσουν το στρες αυτό με επιθετικό τρόπο,  ιδιαίτερα στο χώρο του σχολείου, που αποτελεί πυρήνα της ζωής τους κατά τη σχολική και εφηβική ηλικία.

Η συστηματική πρόληψη είναι η καταλληλότερη μέθοδος αντιμετώπισης. Η συνεχής συνεργασία εκπαιδευτικών, γονέων, παιδιών και κοινωνικών φορέων συμβάλει στην διαρκή αντιμετώπιση του φαινομένου.